ἑορτή

ἡ ἑορτή праздник (ср. эортология - учение о праздниках, особ. церковных)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἑορτή" в других словарях:

  • εορτή — η праздник, торжество. В Церкви Христовой так называется день, посвященный воспоминанию какого либо знаменательного для Церкви события и отличенный от обыкновенных дней особенным богослужением. Праздники разделяются на: 1) Δεσποτικές Господские… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἑορτή — feast fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εορτή — και γιορτή, η (AM ἑορτή) 1. πανηγυρισμός που γίνεται με την ευκαιρία δημόσιου ή ιδιωτικού γεγονότος 2. η ημέρα κατά την οποία η εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη τών αγίων ή σημαντικών θρησκευτικών γεγονότων 3. γιορταστική συγκέντρωση, πανηγύρι 4. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • ἑορτῇ — ἑορτάζω keep festival fut ind mid 2nd sg (doric) ἑορτάζω keep festival fut ind act 3rd sg (doric) ἑορτή feast fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εορτή — [эорти] ουσ. Θ. праздник, торжество. επ.γγελμα [эпаигэлма] ουσ. о. профессия. επ.γγελματίας [эпагельматиас] ουσ. а. профессионал επ.γγελματικός [эпангэлматикос]εκ. профессиональный, επ.γρύπνηση [эпагрипниси] ουσ. θ. надзор, бдительность,… …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εορτή — η βλ. γιορτή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αιγινητών, εορτή — Γιορτή που γινόταν κάθε χρόνο (επί 16 μέρες) στην Αίγινα, προς τιμήν του Ποσειδώνα. Όσοι μετείχαν σε αυτή έτρωγαν μαζί σιωπηλά, κατά οικογένειες, χωρίς ξένους ή δούλους (μονοφάγοι, κατά τον Πλούταρχο). Αυτό γινόταν επειδή οι συγγενείς των λίγων Α …   Dictionary of Greek

  • Σώματος Κυρίου εορτή — (Festum corporis Domini). Μεγάλη γιορτή της Δυτ. Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Την καθιέρωσε ο πάπας Ουρβανός ο Δ’, γεγονός που το επικύρωσε οριστικά ο πάπας Κλήμης ο E’ (1264). Ο πάπας Ιωάννης ο KB’ σύνδεσε τον εορτασμό αυτό με ακολουθία που έγραψε …   Dictionary of Greek

  • ἑορτῆι — ἑορτῇ , ἑορτάζω keep festival fut ind mid 2nd sg (doric) ἑορτῇ , ἑορτάζω keep festival fut ind act 3rd sg (doric) ἑορτῇ , ἑορτή feast fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορταῖς — ἑορτή feast fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑορταί — ἑορτή feast fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.